ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Σχόλια γύρω από τη ζωγραφική, την τέχνη, τη σύγχρονη σκέψη


Οι επισκέπτες του δικτυακού μας τόπου θα γνωρίσουν νέες πτυχές του ελληνικού τοπίου. Θα έρθουν σε επαφή με τις καλές τέχνες, κυρίως με τη ζωγραφική & τους ζωγράφους, τους έλληνες ζωγράφους, με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής μας...


Αναδεικνύοντας την ολιστική σημασία του ελληνικού τοπίου, την αδιάσπαστη ενότητα της μυθικής του εικόνας με την τέχνη, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και την ποίηση, τη σύγχρονη σκέψη...
-----
καράβια, ζωγραφικη, τοπια, ζωγραφοι, σχολια, ελληνες ζωγραφοι, λογοτεχνια, συγχρονοι ζωγραφοι, σκεψη, θαλασσογραφίες

Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2009

Ζωγράφοι - ζωγραφική - Έλληνες ζωγράφοι

Η ζωγραφική της νεότερης Ελλάδας αναφέρεται στο σύνολο των έργων που δημιουργήθηκαν στο ελεύθερο ελληνικό κράτος. Η ίδια η ιστορία της νεοελληνικής ζωγραφικής ταυτίζεται χρονικά με την ιστορία του ελεύθερου ελληνικού κράτους κι εκφράζει τις ιδεολογικές του επιλογές. Με αυτή την έννοια, η ευρωπαϊκή στροφή της νεοελληνικής ζωγραφικής ήταν μοιραία. Σημαντική επίσης, ήταν και η συμβολή της Επτανησιακής Σχολής στη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας της νεότερης ελληνικής τέχνης.

Η ιστορία της ζωγραφικής στην Ελλάδα αρχίζει ουσιαστικά μετά την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους (1832), και η εξέλιξη της ως τέχνη ξεκινά με την έλευση του βασιλιά Όθωνα και των Βαυαρών. Οι πηγές της βέβαια, βρίσκονται σε προηγούμενες περιόδους της ελληνικής ιστορίας, ιδιαίτερα στον βυζαντινό κόσμο.

Η ιστορία της νεοελληνικής τέχνης ταυτίζεται χρονικά με την ιστορία του ελεύθερου ελληνικού κράτους και ως ένα βαθμό εκφράζει τις ιδεολογικές του επιλογές. Αυτό εκφράζεται στη μέριμνα του νέου κράτους να ιδρύσει το Σχολείο των Τεχνών, να φέρει ξένους δασκάλους και να στείλει υποτρόφους κυρίως στο Μόναχο, ώστε, παράλληλα με τους άλλους θεσμούς, να “εξευρωπαΐσει” τη γλώσσα της τέχνης. Η ευρωπαϊκή στροφή της νεοελληνικής τέχνης ήταν μοιραία. Το Μόναχο ήταν μια μοιραία επιλογή προκαθορισμένη από το καθεστώς της βαυαροκρατίας του Όθωνα και του φιλέλληνα πατέρα του, του Λουδοβίκου Α' της Βαυαρίας.


Σημαντική ήταν και η συμβολή της Επτανησιακής Σχολής στη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας της νεότερης ελληνικής τέχνης. Πριν ενωθούν πάντως με την κυρίως Ελλάδα, τα Επτάνησα και η Κρήτη, (τέλη του 19ου αιώνα) είχαν φθάσει ν' αναπτύξουν μια αξιόλογη ζωγραφική παράδοση, έστω και στα ευρύτερα πλαίσια της ιταλική, που τότε δέσποζε στο δυτικό τμήμα της Μεσογείου. Ο ίδιος ο Δομίνικος Θεοτοκόπουλος άλλωστε, πριν καταλήξει στην Ισπανία, είχε άμεση πείρα τόσο από την βυζαντινή όσο και από την βενετσιάνικη ζωγραφική κληρονομιά. Πάντως η ζωγραφική των νησιών αυτών αποτελεί ένα ξεχωριστό κεφάλαιο, το οποίο τελειώνει με την ένταξή τους στο ελληνικό κράτος, παρ' όλο που περιλαμβάνει εξέχοντες καλλιτέχνες σαν τον Ν. Καντούνη (1768 - 1834), τον Παύλο Προσαλέντη (1784 - 1837) ή τον Γεράσιμο Πιτζαμάνο (1787 - 1825). Ο λόγος είναι ότι όλοι τους δημιουργούν σ' ένα κοινωνικό κλίμα πολύ διαφορετικό απ' αυτό που επικρατεί στον ηπειρωτικό ελλαδικό χώρο του 18ου και του 19ου αιώνα, τον χώρο που μετεξελίχθηκε σε κυρίως εθνικό γεωγραφικό κορμό του έθνους.

Η νεοελληνική ζωγραφική βασικά αναφέρεται στο σύνολο των έργων που δημιουργήθηκαν στο ελεύθερο ελληνικό κράτος και η πορεία της, όπως και η εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας, είναι μια πορεία προς τον αυτοπροσδιορισμό και την αυτονομία.

Η μεταφορά της πρωτεύουσας μάλιστα στην Αθήνα, το 1834, σημαδεύει ακριβέστερα αυτό το όριο, αφού το νέο διοικητικό κέντρο γίνεται γρήγορα το κοινωνικό και πνευματικό πεδίο ζυμώσεων και εξελίξεων, πόλος έλξης δικών μας και ξένων ζωγράφων που έρχονται για να δουλέψουν στην Αυλή ή για την μικρή αστική τάξη που αρχίζει να δημιουργείται - τους οπλαρχηγούς ή του καπεταναίους του Αγώνα, κυρίως, που τότε αποκτούν διοικητική εξουσία. Η σημερινή Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών Αθηνών ιδρύεται το 1836, ως τμήμα του πολυτεχνικού σχολείου. Μαζί με το Πανεπιστήμιο που ιδρύεται το 1837, συμβάλλουν στην ευρύτερη πνευματική ανάπτυξη της πόλης και γενικότερα της μικρής Ελλάδας, που είναι ακόμη περιορισμένη γεωγραφικά.

Η στροφή προς τη δυτική ζωγραφική και η μορφή της.

Καταρχήν, παρατηρείται στροφή από τη βυζαντινή παράδοση προς τα δυτικά πρότυπα. Σε επίπεδο τεχνικής, εγκαταλείπεται η παραδοσιακή διαδικασία που χρησιμοποιούσε το αυγό ως συνδετικό των χρωμάτων, και στη θέση του μπαίνει το λάδι, ενώ το υλικό που θα δεχθεί τη ζωγραφική επιφάνεια, από ξύλο γίνεται μουσαμάς, και καταλήγει έτσι στη γνωστή μας ελαιογραφία. Αλλάζει και η μορφή του έργου.

Από την επίπεδη θρησκευτική ζωγραφική των δύο διαστάσεων, αυτή των βυζαντινών εικόνων, κλπ., περνάμε στην τρίτη διάσταση, έτσι ώστε να διαμορφώνεται στο θεατή η εντύπωση ότι ο χώρος της ζωγραφικής είναι προέκταση του φυσικού χώρου. Περνάμε δηλαδή από ένα μεταφυσικό χώρο σε ένα φυσικό, γήινο, όπου τα πράγματα αποκτάνε την υλικότητά τους.

Τέλος, τα θέματα που επιλέγονται απέχουν κατά πολύ από τα θρησκευτικά της βυζαντινής παράδοσης και ο καλλιτέχνης εμπνέεται από τον κόσμο γύρω του. Με την επιρροή του Μονάχου, λόγω των Βαυαρών βέβαια και του Όθωνα, η στροφή από το θείο στο ανθρώπινο ολοκληρώνεται. Έτσι, εκτός από τις γνωστές μας από τα Επτάνησα προσωπογραφίες, η θεματογραφία καλύπτει ιστορικές σκηνές, νεκρές φύσεις, θρησκευτικές σκηνές και αλληγορίες, ενώ η σημαντική στροφή προς την πραγματικότητα επιτελείται με τις ηθογραφίες.

Τη Γαλλία και την επανάσταση που συντελείται στην τέχνη με τον ιμπρεσιονισμό οι καλλιτέχνες μας θα την ανακαλύψουν αργά, στην πρώτη δηλαδή εικοσαετία του 20ού αιώνα, και κυρίως με τους Παρθένη, Παπαλουκά, Μαλέα κ.ά. Θα πρέπει όμως να περιμένουμε τον 20ό αιώνα για να δούμε τις επιδράσεις που άσκησαν στην Ελλάδα τα μοντέρνα κινήματα της Γαλλίας και να αρχίσει να αποκτάει πιο συγκεκριμένη μορφή η νεοελληνική ζωγραφική.



Ζωγράφοι της Σχολής του Μονάχου: παιδικές σκηνές του Γ.Ιακωβίδη, θαλασσογραφίες του Κ.Βολανάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου